πέψιμο

το, Ν
το να στέλνει κάποιος κάποιον ή κάτι κάπου, η αποστολή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. πεμψ- τού πέμπω (πρβλ. πέμψις) + κατάλ. -ιμο (πρβλ. γράψ-ιμο) με αποβολή τού -μ- προ τού -ψ-].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.